Ηθικά Τιπουκείτεια

Αγαπητοί συγχωριανοί και φίλοι αναγνώστες,
Ο μπάρμπα Τιπούκειτος και ο ανηψός του ο «Άπορος» (παρατσούκλι, γιατί όλο έχει απορίες), περιστοιχιζόμενοι από νια παρέα συγχωριανών στην πλατεία των Χορτάτων, απολαμβάνουν τον ίσκιο από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο, ξελουπ’νίζοντας1 ράθυμα φρέσκα κουκιά απ’ τ’ς φούσκες που είχε τρατάρει την ομήγυρη η θεια «Μαύρα», διαβαίνοντας με τον γάιδαρό τ’ς, και κάνουνε νια γενική συζήτηση για ένα σωρό πράματα: απ’ τον ωχαδερφισμό και τον ατομισμό που δέρνει την κοινωνία, ως τ’ν κολοκυθιά που παίζουνε οι «Θεσμοί». Ο Άπορος, κατά το συνήθειό του, σχολιάζει εφτήνη τ’ν αυθόρμητη κίνηση τ’ς θεια Μαύρας:

ΑΠΟΡΟΣ: Εφτό το τραταμέντο2 τ’ς Μαύρας ειν’ούλα τα λεφτά.
ΜΠΑΡΜΠΑ ΤΙΠΟΥΚΕΙΤΟΣ: Μα έτσι είν’η Μαύρα. Με τη γνωστή τ’ς καλοσύνη, το χαρακτήρα τ’ς και τη συμπεριφορά τς έχει γένει δασκάλα ούλων μας. Μας δείχνει εκειό που σπάνια το γλέπουμε στ’ς μέρες μας, νιαν ιδέα που πάει κόντρα στον άνθρωπο το μονιά3, τον άνθρωπο πο ’χει χάσει την ανθρωπιά του, που τονε γνοιάζουνε μοναχά τα μικροσυμφεροντάκια του και δε δίνει δεκάρα τσακιστή για τίποτ’ άλλο. Ο φίλος μου ο Σοφολογιότατος λέει πως στ’ς μέρες μας υπάρχει έλλειμμα ηθικής.
Α.: Γι κάμ’τα μας εφτά πλιο λιανά.
Μ.Τ.:Η Μαύρα δεν εμπόρειε να προσδιαβεί με ένα «καληώρα» μοναχά; Τ’ς εβήκε όμως αυθόρμητα να μας τρατάρει, γιατί έτσι είναι μαθημένη, να γλέπει δηλαδή και τον άλλονε, τον διπλανό τ’ς, το συγχωριανό τ’ς κι ούλονε τον κόσμο. Για θυμήσου πώς τα βγάνανε πέρα οι παλιές νοικοκυράδες, που η μία εδάνειζε τ’ν άλλη ό,τι είχε ανάγκη. Για θυμήσου τ’ς σεμπριές, τα αϊταρίσματα4 στο θέρο, στον τρύγο, στο βοτάνισμα κ.λπ. Ο Βίτος μο’λεε τ’ς προάλλες πως θυμάται ακόμα με συγκίνηση το πρώτο πλουσιότατο πρωινό που, όταν ήτανε μικρός, τον είχε κεράσει ο αείμνηστος μπάρμπα Πάνος ο Βλαντής στον Μέγα Αλέξαντρο τ’ς Ομόνοιας, όπου τυχαία τον είχε συναντήσει. Και γου κι αγοίιμανο άμα αλησμονήσουμε πως ο καθένας χωρίς το συνάνθρωπο και τ’ν κοινωνία δεν μπορεί ποτέ να κάμει κορωνιά. Άμα ο άνθρωπος τραβάει του πούλου του5, η κοινωνία βαράει διάλυση. Κανιά κοινωνία δεν εμεγαλούργησε με κηρύγματα μίσους και αλληλοσπαραγμού. Εμείς που εζήσαμε εφτήνη τη φρίκη στα νιάτα μας επάθαμε του λιναριού τα πάθη και ελπίζω να εμάθαμε. Και το τι σόι, τι λογής είναι ο καθένας μας επηρεάζει το ποιόν τ’ς κοινωνίας και το αντίστροφο, όπως μας λέει ο μπάρμπα Θούκος6. Αν τα άτομα δεν το έχουνε εφτό στ’αμέντι τσου, τότενες η κοινωνία πάει καλιά τ’ς. Ο άνθρωπος δεν είναι λεύτερος, αν κάνει ό,τι του καπνίζει σε βάρος των αλλουνώνε, αν κλειέται στο καβούκι του κι ούλα αρχινάνε και τελειώνουνε στο «εγώ», αλλά αν καταλαβαίνει τ’ν ευθύνη πο’χει για τ’ς αλλουνούς και για τ’ν κοινωνία. Κι έχω ιδέα πως εφτό εννούσανε οι παλιότεροι, όταν μας εσυμβουλεύανε να’μαστε σεβαστικοί, για να’χουμε «πρόσωπο» στ’ν κοινωνία. Κι είχανε , βέβαια, απόλυτο δίκιο, αφού η λέξη «πρόσωπο» (προς +ωψ = μέτωπο, λέει ο φίλος μου ο Σοφολογιότατος) πα να πει πως έχω το βλέμμα μου, την όψη μου στραμμένη προς τον άλλονε, σε εκειόνε (ή εκειό) που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου και δεν του γυρίζω τ’ν πλάτη.
Α: Εφτό που λες, μπάρμπα, το καταλαβαίνω, πως είν’ανάγκη να ντα χουμε καλά με τ’ς συγχωριανούς και πως έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλονε. Ποια όμως λες πως πρέπει να ‘ναι η σχέση μας με τα άλλα χωριά, με τη Λευκάδα αλλά και παραπέρα με τ’ν υπόλοιπη Ελλάδα και με ούλονε τον κόσμο;
Μ. Τ.: Ας ξεκινήσουμε με τ’ς συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς που συνδέουνε τ’ν οικογένειά σου, τ’ν οικογένειά μας, με οικογένειες απ’ούλο το νησί. Έχεις ένα σωρό συγγενήδες στο Διαμπλιάνι, στο Κομπλιό, στ’ν Εξάθεια, στο Καλαμίτσι, στο Δράγανο, στο Αθάνι, στον Αη –Πέτρο, στ’ν Καρυά, στ’ς Σφακιώτες, στον Αλέξαντρο, στον Πόρο, στ’ Χώρα. Κι απέ υπάρχουνε και ένα σωρό οικογένειες με καταγωγή απ’ τα Χορτάτα σ’ούλο το νησί και βέβαια, με τα κύματα τα μετανάστευσης, κι αλλού. Πώς κι έτσι; Στ’ς κλειστές κοινωνίες, όπως ήτανε η Λευκάδα παλιότερα, για τ’ς παντρειές το «παπούτσι από τον τόπο σου» ήτανε σχεδόν μονόδρομος. Για παράδειγμα, οι παπούληδές σου κι οι λαλάδες7 τους επαντρευτήκανε στο νησί, όπως κι ούλες οι τσατσάδες8 τους. Για βάλε και τ’ς φιλίες, τ’ς κουμπαριές και τα ρέστα ...
Όσο για τ’ς όξου απ’τα νησά μας, λογικό είναι να’χουμε πιο πολλούς δεσμούς με τ’ς κοντινότερες περιοχές (Αιτωλοακαρνανία, Πρέβεζα, Κέρκυρα, Θιάκι, Κεφαλονιά κ.λπ.) κι όχι μοναχά πολιτιστικούς. Αλλά και με τ’ν υπόλοιπη Ελλάδα οι δεσμοί είναι ακατάλυτοι. Θα σας θυμίσω μοναχά εκειό πο’γραψε ο αείμνηστος Κωστάγγελος Χόρτης, πως δηλαδή στ’ς πολέμους 1912 - 1922 εσκοτωθήκανε στα πεδία των μαχών 6 Χορτιώτες και επεθάνανε από κακουχίες άλλοι 12 (τα συγκεκριμένα στοιχεία –ονόματα κ.λπ. - έμαθα πως θα δημοσιευτούνε στο επόμενο φύλλο τ’ς εφημερίδας). Κάτι ανάλογο ισχύει και για τα άλλα χωριά. Κι απέ το μεδούλι εκεινού που λέμε ελληνική παιδεία και ελληνικότητα, πέρα απ’τα γνωστά απ’την εποχή του Ηρόδοτου «ομότροπα ήθη»9, έχει να κάμει με αξίες που έχουνε κέντρο τον άνθρωπο, μ’εκειό που λέμε ανθρωπισμό, ανθρωπιά. Μας το λένε καθαρά και ξάστερα οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, όπως ο Σοφοκλής, που βάνει στο στόμα τ’ς Αντιγόνης τη φράση «Δεν εγεννήθηκα να μισώ, αλλά για να αγαπάω10». Κι ο καθένας (πρέπει να) αγαπάει, γιατί εγεννήθηκε άνθρωπος, γιατί μοναχά η αγάπη πάει κόντρα στη βία και τ’ν απανθρωπιά. Η αγάπη εφτήνη όμως δεν είναι τόσο θέμα σκολειού, αλλά περ’σότερο καθημερινή πράξη, που είν’η ουσία, που δίνει δηλαδή νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Α.: Επειδή μας εμπέρδεψες λίου, μπορείς να μας δώκεις ένα παράδειγμα;
Μ. Τ.: Ευχαρίστως. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Μαύρα. Η σ’μπεθέρα μου, λοιπόν, η Μαύρα παλιά πο’ρχόντανε στα χωριά μας κάποιες βασανισμένες γυναίκες από πολύ μακριά, για να διακονέψουνε, εγιόμιζε τ’ν ποδιά τς με πατάτες, όσπρια κι ό,τι άλλο είχε στο φτωχικό τ’ς και τα ‘ριχνε στο ταγάρι τσου. Και δεν επήε σκολιό παρά μοναχά ως την Τετάρτη του δημοτικού. Την είδατε πόσο αυθόρμητα έκαμε εφτήνη τη χειρονομία. Ο άνθρωπος αισθάνεται «γιομάτος» όχι με το να χρησιμοποιεί αξίες, όπως π.χ. η φιλία, η συγγενική σχέση κ.λπ., σαν πάτημα, για να εξυπηρετεί τον εαυτό του και να «βολεύεται», αλλά με το να χτίζει τ’ς σχέσεις του μέσα από νια στάση αγάπης, συνεργασίας και κατανόησης του διπλανού του. Σε κάθε περίπτωση, η ανθρωπιά (πρέπει να) είναι το κέντρο. Φανταστείτε, λοιπόν, γι’αυτό που με ρώτησε ο ανηψός μου, ένανε κύκλο που πιάνει τα Χορτάτα και τη Λευκάδα, ένανε μεγαλύτερο με το ίδιο κέντρο, τ’ν Ελλάδα, ένανε ακόμα μεγαλύτερο, τ’ν Ευρώπη, που περιλαμβάνει, φυσικά, και τ’ν Ελλάδα, και ένανε ακόμα μεγαλύτερο, όμόκεντρο κι εφτόνε, που πιάνει τ’ν Ευρώπη και τον πλιο μεγάλο που πιάνει ούλονε τον κόσμο. Α: Εμείς όμως ελέαμε πριν πως παίρνουμε το περούνι να βγάλουμε τα μάτια μας και πως πολλοί δεν δίνουμε δεκάρα ούτε για τον διπλανό μας, που μπορεί να ψάχνει και στ’ς σκουπιδοντενεκέδες για να επιβιώσει, ούτε για τη βαριά βιομηχανία μας, τον τουρισμό, ούτε για τίποτα. Κι όσο για τ’ν Ευρώπη και τον κόσμο κάτι λίοι κάνουνε κουμάντο, χωρίς να δίνουνε λογαριασμό σε κανένανε. Δεν είναι, λοιπόν, τα πράματα κατούρα τα και λιβάνιζέ τα; Μ. Τ.: Ας ξεκινήσουμε απ’ τα δικά μας που τα γλέπουμε κάθε μέρα. Ούλοι ξέρουμε πως ο τουρισμός είναι το στήριγμα τ’ς φαφούτως, όπως τ’ν εκαταντήσαμε, ελληνικής οικονομίας –και του νησιού μας. Και ξέροντας πως όσο αξίζει νια εικόνα δεν αξίζουνε χίλιες λέξεις, παδείρουμε να διαφημίσουμε όσο μπορούμε καλύτερα το προϊόν μας. Όπως όμως λέει ο φίλος μου ο Γιώργος απ’ τ’ς Πιατσάνους, πο ’χει οργώσει ούλη την Ευρώπη και ξέρει τι γένεται και παραπέρα, δεν χρειαζόμαστε τα δισεκατομμύρια των «εταίρων» μας, για να μη γράφουμε στα παλιά μας τα παπούτσα κανόνες σεβασμού στο περιβάλλον, στους δημόσιους και κοινόχρηστους χώρους, κανόνες σεβασμού στον συνάνθρωπο. Τ’ς τουρίστες όμως δεν τ’ς τραβάει το κλιματιστικό στο ξενοδοχείο –το βρίσκουνε κι αλλού, αλλά το Πόρτο Κατσίκι κι οι άλλες υπέροχες παραλίες, η φύση κι ο πολιτισμός του νησιού μας. Φαίνεται, λοιπόν, πως δεν καταλαβαίνουμε τη δύναμη και τη συμβολική αξία τ’ς εικόνας, με το αίσχος των πλαστικών σκουπιδιών και τ’ς άλλες ασκήμιες μας. Κι ακόμα χερότερα, άμα κουτήσεις11 να πεις νια κουβέντα σ’ όγιονε περαβρεχίτη πετάει ό,τι του περισσεύει όθε και να’ναι, δεν σε ξεπλένει ούτε ο καταρράχτης στο Δημοσάρι. Δεν έχουμε εκειό που λέει ο φίλος μου ο Σοφολογιότατος «συλλογική συνείδηση». Κάποιες εθελοντικές ομάδες, βέβαια, που τ’ς είδαμε κι εφέτο στο νησί μας, βάνουνε πλάτη για να παστρέψουνε12 ό,τι μπορούνε και μας δείχνουνε πως υπάρχουνε και κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις. Έχουνε αλλάξει πολύ τα πράματα έδώ και λίες δεκαετίες. Παλιότερα αφήνανε οι νοικοκυράδες τ’ς πόρτες τσου περέσι13, σήμερα όμως η ανασφάλεια και η ανομία είναι «Παναγία φύλαξε». Σήμερα οι περ’σότεροι απ’όσους έχουμε μείνει στο χωριό είμαστε γερόντοι και στενοχωριόμαστε για ένα σωρό πράματα. Η σ’μπεθέρα μου η Μαύρα μο’λεε επροχτές πως δεν μπορεί να κάμει στ’αγγόνια τ’ς ένα δώρο, όπως παλιά, πως δεν βρίσκει πουθενά λίου γένημα, γαύρο ή ξυλόκαστρο14, για να ντους φκιάσει δυο κουλούρια αλα παλαιά, πως στενοχωριέται που ερήμωσε η γειτονιά και κάνει παρέα μοναχά με τ’ν Αη Κατερίνη και πως γλέπει στο χαζοκούτι πως κάνουμε ανακεφαλιές, πως δεν υπολογίζουμε τίποτα, και πως ο άλλος δεν μετράει.
ΧΩ: Και εσύ τι λες για ούλα εφτά;
Μ.Τ.: Λέω πως λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο. Α:Δηλαδή;
Μ. Τ. : Θα σου το πω με ένανε μύθο. Νια φορά κι έναν καιρό οι άνθρωποι εμένανε σε σπηλιές κι είχανε συνήθειες ίδιες με των ζώων. Ο αλληλοσπαραγμός ήτανε συνηθισμένο πράμα και η Βία εμεραζόντανε τον θρόνο με τον Δία. Τον αδύναμο τον εκατασπαράζανε οι ισχυρότεροι. Κι ήρτε ο Προμηθέας κι ήρτε κι η Ανάγκη κι ήρτε και η γνώση από εφτά τα χάλια, που οδηγήσανε τον άνθρωπο σε στράτα Θεού, στο δρόμο του πολιτισμού. Ήρτε, λοιπόν, και στην Ελλάδα και στη Λευκάδα η Δήμητρα, με τη μορφή του μαρτιάκου, του διμηνιού, του ξυλόκαστρου, του γαύρου15 –όχι του πειραιώτικου -, των λαθηριών, των κουκιών και τ’ς φακής, ήρτε κι ο Βάκχος με το βαρτζαμί κι η Εστία κι ο Απόλλωνας, πο’ φκιασε το τσαρδί του στο ακρωτήρι το Δουκάτο, κι άλλοι θεοί κι από κοντά και δαίμονες. Κι ένας άγραφος νόμος όρισε να σέβεται ο κάθε Λευκαδίτης εφτουνούς τ’ς θεούς. Έλα όμως πο’βαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι και εξαφανίσαμε και τη Δήμητρα και το Βάκχο και το εγυρίσαμε στο … καλαματιανό, πα να πει στον εύκολο κερδώο Ερμή. Δ’μήνι ούτε για δείγμα. Μοναχά λία κουκιά στα σόερα16 και λίη φακή στα Σταυρωτά…Και το χερότερο είναι τα κακουργήματα που ούλοι όσοι μένουμε στη δυτική μεριά του νησού μας βλέπουμε. Λίου παραπέρα απ’ τη Σέσουλα γλέπει ο Απόλλωνας κάτι καράβια να ρίχνουνε τ’ς βρωμιές τσου στη θάλασσα και τα δελφίνια του17 να φεύγουνε πανικόβλητα, ενώ την ίδια στιγμή ακούεται να άδει με ελεγειακό ηχόχρωμα απ’ το ακρωτήρι της (Ν)ιράς η Σαπφώ με τη λύρα τ’ς το μελαγχολικό τραγούδι του Μάνου Χατζηδάκι «κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης, στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς». Κι έπειτα το μάτι τ’ς Δίκης18, που γλέπει τα πάντα απάνου απ’ το θρόνο της στην Ψηλή Ράχη των Σταυρωτών, περιστοιχισμένη από αδερφές τ’ς Ευνομία και Ειρήνη, εκοίταξε πέρα μακριά κατά τη Μικρασία κι είιδε ένα σαπιοκάραβο γιομάτο γυναικόπαιδα να προσπαθεί και να ματαπροσπαθεί να πιάσει σ’ ένα ξερονήσι κι εταράχτηκε. Και στο Πι και Φι εγίνηκε εκειό που εσκιαζόντανε και το μάτι τ’ς εγούρλωσε κι εγίνηκε κούπα. Αμέσως το απέστρεψε και εκοίταξε κατά το βοριά, όπου διέκρινε κάποιους «ωμοφάγους και άξεστους του νερού, σιτόφοβους και πελδινούς και νεοκόνδορες να μιλούν τη γλώσσα των χοιρογρυλλίων»19 και να κρατάνε ένα πανό που έγραφε: «Να δοθεί απεριόριστη εξουσία στον Volfgang και τους συν-εργούς του Τεύτονες».
Αμέσως μετά ακουστήκανε βήματα στο χαλικόγιο κάτου απ’ τον θρόνο τ ’ς Δίκης και σε λίγο επρόβαλε ο Ερμής, κρατώντας ένανε κώδικα σαν εκειόνε τ’ς Γόρτυνας20, που’χε αποστολέα ένανε πασίγνωστο από γαλάζο σόι, μπορεί και μπλε, -όνομα και μη χωριό - και παραλήπτες τ’ς απογόνους του Έλληνα21, πο’λεε: Αν θέλτε να επιβιώστε, να εφαρμόστε τα «Κείων νόμιμα»22, το αρχαίο έθιμο της Τζιάς να αυτοκτονούνε οι ηλικιωμένοι κάτοικοι του νησιού με κώνειο στην ηλικία των 60 χρονών, ώστε να επαρκεί η τροφή για τους νεότερους, μεγάλο μέρος της οποίας (λαγοί, πέρδικες κ.λπ.) φαίνεται πως βρίσκεται στο δάσος του … Ελληνικού, όπως μας βεβαιώνει το υπεύθυνο δασαρχείο. Η Δίκη όμως, ανατριχιασμένη απ’το σκληρό περιεχόμενο του κώδικα, έδωκε στον Ερμή ένανε δ’κό τ ’ς κώδικα με αποδέκτες τ’ς Τεύτονες, το ΔΝΤ και τ’ς Θεσμούς και κοινοποίηση στ’ς απογόνους του Έλληνα και τ’ς αναδεξιμιούς τ’ς Ευρωπαίους, που έγραφε το εξής: Να έχ’τε στ’αμέντι σας πως το έθιμο να αυτοκτονούνε οι ηλικιωμένοι το εσταμάτησε ένας νέος που ελάτρευε τον υπέργηρο πατέρα του, χωρίς τη βοήθεια του οποίου δεν θα εμπόρειε να μεγαλώσει τα παιδιά του. Για να τονε γλυτώσει απ’το έθιμο, τον έκρυψε και του έδινε το μισό ψωμί του, κρατώντας τον έτσι στη ζωή. Κι όταν κάποτα ήτανε να διαλέξουνε τον άρχοντα του νησιού τους, διαλαλήσανε πως θα εκλεγότανε άρχοντας εκειός που θα να’βλεπε πρώτος τον ήλιο ν΄ ανατέλλει. Ο νέος, ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα του, αντί να κοιτάζει προς την ανατολή, όπως εκάνανε ούλοι οι άλλοι, εκοίταζε τ’ς βουνοκορφές στη δύση και τις είδε πρώτος να φωτίζονται από τις ακτίνες του ήλιου . Έτσι έγινε άρχοντας. Κιι όταν αργότερα τον ερωτήσανε αν είχε σκεφτεί μοναχός του εφτό το τέχνασμα ή τον είχε συμβουλέψει κάποιος άλλος, εκειός τ’ς ειπε την αλήθεια23. Έτσι εσταμάτησε αυτό το έθιμο, αφού εκαταλάβανε πόσο μεγάλη αξία έχουνε οι γερόντοι και πόσο σοφές είναι οι συμβουλές τους. Δεν ξέρω όμως αν εφτό το ραπόρτο θα ντο λογαριάσουνε οι Τεύτονες ή αν θα μπορέσει να ντους ανοίξει τα μάτια ένας άλλος Volfgang, ο Goethe, που ανήκει στο γένος των γιγάντων (όπως οι αρχαίοι έλληνες σοφοί, που διδάσκονται στα πανεπιστήμιά τους), ρίχνοντας φως, περισσότερο φως στα σκοτάδια τους24. Δεν ξέρω αν έχουνε συνείδηση ότι όλοι οι Ευρωπαίοι μεράζονται κοινή πολιτιστική παράδοση και αξίες (δημοκρατική οργάνωση, τα έργα του πνεύματος και της τέχνης). Δεν ξέρω πόσο έχουνε στο μυαλό τους πως πρέπει να αγωνιστούνε, να συνεργαζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον, που θα στηρίζεται σε ισόρροπη ανάπτυξη όλων των λαών, εγκαταλείποντας τα κοντροσταρίσματα και τ’ς ανταγωνισμούς του παρελθόντος, που τόσο εκοστίσανε σε ουλουνούς. Δεν ξέρω.
Α:Και δεν υπάρχουνε, μπάρμπα Τιπούκειτε, σήμερα άνθρωποι που να, χουνε απάνου τσου λίη ανθρωπιά, που να ‘ναι προσηλωμένοι στ’ς αξίες που λες;
Μ. Τ.: Φυσικά, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Υπάρχουνε και οι άνθρωποι που πιστεύουνε πως το μέλλον τ’ς κοινωνίας πρέπει να στηρίζεται στ’ς αξίες του πολιτισμού, όπως δημοκρατία, ελευθερία, ανθρώπινα δικαιώματα, κοινωνική πρόνοια, προστασία του περιβάλλοντος, προστασία των αδυνάτων.Πολλοί απ’ αυτουνούς είναι νέοι που πάνε κόντρα στον καιροσκοπισμό της εποχής μας, που κινούνται μέσα από συμπληγάδες «με λογισμό και μ’ όνειρο». Τέτοιας ποιότητας άνθρωποι είναι συνήθως έξω από τα τηλεοπτικά κυκλώματα, τα survivor και τα τοιαύτα. Δεν θα τους βρείτε εύκολα στο γυαλί. Θα τους βρείτε όμως να τρέχουνε για το φτωχό μεροκάματο, θα τους βρείτε στ’ς βιβλιοθήκες και, γενικότερα, στα κέντρα πολιτισμού, θα τους βρείτε σε πραγματικά εθελοντικές οργανώσεις, θα τους βρείτε να προσφέρουνε στον συγχωριανό, τον φίλο, τον συνάνθρωπο απ’ το υστέρημά τους. Οι άλλοι είναι χαμένοι στο μικρόκοσμό τους και το ταπεινό τους το σαρκίο. Έτσι μου κάζει πως έχουνε τα πράματα, ανηψέ.

Για τη Σύνταξη: Έκτορας Γ. Χόρτης

ΛΕΞΙΚΟ
1 Ξελουπ(ι)νίζω (φούσκες) =βγάζω το περίβλημα απ’τα φρέσκα κουκιά και παίρνω τον καρπό
2 Τραταμέντο =κέρασμα
3 Μονιάς =κλεισμένος στον εαυτό του, αποξενωμένος απ’τους άλλους και αδιάφορος γι’αυτούς
4 Αϊτάρισμα = αυθόρμητη προσφορά (αγροτικής) εργασίας χωρίς αμοιβή, συνήθως όμως με αμοιβαιότητα, βοήθεια.
5 Του πούλου μου =μοναχός μου, χωρίς συνεργάτη και συμπαραστάτη
6 Θουκυδίδη, Περικλέους Επιτάφιος, Β΄, 37-41.
7 Λαλάς =αδερφός
8 Τσάτσα =αδερφή
9 τό Ελληνικόν εόν όμαιμόν τε καί ομόγλωσσον, καί Θεών ιδρύματα κοινά καί θυσίαι ήθ εά τε ομότροπα [= χαρακτηριστικά της ελληνικότητας είναι το όμαιμο, το ομόγλωσσο, τα κοινά ιδρύματα τα αφιερωμένα στους θεούς και οι θυσίες, καθώς και τα ομότροπα ήθη (Ηροδότου Ιστορίαι, Η΄, Ουρανία, 144, στ. 14-16)].
10 «Οὒτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν», Αντιγόνη, στ. 523
11 Κουτάω =τολμώ
12 Παστρεύω =καθαρίζω
13 Περέσι = ορθάνοιχτες
14 Γαύρος –ξυλόκαστρο:ποικιλίες σιταριού που έσπερναν παλαιότερα στα χωριά μας
15 Ποικιλίες σιταριού
16 Σόερα = ιδιόκτητα μέρη (χωραφάκια, κήποι κ.τ.τ.) κοντά στο σπίτι
17 Δελφίνιος: προσωνύμιο του Απόλλωνα
18 Δίκη:προσωποποίηση της φυσικής και ηθικής τάξης. Ήταν κόρη της Θέμιδος, που ανήκε στους Τιτάνες, παιδιά του Ουρανού και της Γης.
19 Άξεστοι του νερού: Ελύτης, Άξιον Εστι, Γένεσις
20 Κώδικας της Γόρτυνας:μεγάλη επιγραφή σε λίθινες στήλες από την ομώνυμη αρχαία πόλη στα νότια της κεντρικής Κρήτης, που αποτελεί πηγή για το δίκαιο στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Μεγάλο μέρος του κώδικα αφορά τους δούλους.
21 Έλλην:γενάρχης των Ελλήνων, γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας και πατέρας του Αίολου, του Δώρου και του Ξούθου
22 Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο 10ο, 5 – 7 [ «προσέταττε γαρ ο νόμος τους υπέρ εξήκοντα έτη γεγονότας κωνειάζεσθαι και του διαρκείν τοις άλλοις την τροφήν»].
23 Ρένα Καρακατσάνη, «Το κώνειον και το Κείων νόμιμον», περ. Ελληνικό Πανόραμα, 2007.
24 «Φως, περισσότερο φως», φράση του Γκαίτε, ο οποίος υπήρξε ένας από τους γίγαντες του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πνεύματος

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Καλώς ήρθατε!
Σας καλωσορίζουμε στην ανανεωμένη ιστοσελίδα μας!
Η ιστοσελίδα μας επανασχεδιάστηκε και ανανεώθηκε, είναι πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο επικεντρωμένη στο να σας προσφέρει τις πληροφορίες που χρειάζεστε άμεσα και γρήγορα.
Για καλύτερη εμπειρία χρήσης αναβαθμίστε την εφαρμογή περιήγησης (Browser) που χρησιμοποιείτε
Ευχαριστούμε που μας επισκεφθήκατε!